Τα αλαμπουρνέζικα – η γλώσσα των κουλτουριάδηδων | του Ντίνου Χριστιανόπουλου Κουλτουριάρηδες είναι οι διανοούμενοι που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ότι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι’ αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ’ όλες τις εποχές. Στην αρχαία Ελλάδα τους κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδήΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο μπάρμπα Γληγόρης ο Ντυμπακιανός… | του Αντώνη Κουκλινού Με το μουλάρι φορτωμένα τα κοφίνια γεμάτα μπράτι*. Με φρούτα και ζαρζαβατικά, ο μπάρμπα Γληγόρης ο Ντυμπακιανός, εγύριζε τα χωργιά τση απάνω ρούγας. Καλοσυνάτος άντρας με βροντερή φωνή, εφώνιαζε τη πραμάθεια ντου. Θυμούμαι πως εφόργιενε μνια ποδιά μακριά στη μέση ντου, ξομπλιαστή, δεμένη με κόκκινα βαστάγια*. Οι μουστάκες του καλοστριμμένες, μακράΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

T’ αγάλματα | του Γιώργου Ηρακλέους Πολύ αγαπήθηκε αυτός ο τόπος με τους ανθρώπους, τα παιδιά, τα σπίτια και τα μνήματα. Όταν έχασε την υπομονή και την περηφάνια του, άρχισε να κομματιάζεται. Τώρα χειρονομούν τα δέντρα, οι ελιές, τα κυπαρίσσια, τα νησιά του, μόνο τα αγάλματα μ’ ένα λουλούδι στα χέρια κοιτάζουν άγρυπνα, αυστηρά με κίτρινα αγκάθια στο κεφάλι! Κυριακή,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Με μπλε και με λέξεις | της Ζωής Δικταίου Μια φορά κι έναν καιρό, του βοριά το φυσερό, γλίστρησε απ’ τα δυο του χέρια στων παιδιών τα μεσημέρια. Μια δασκάλα εποχής είπε, «μην ανησυχείς, εκεί στο βάθος της ψυχής μια σταγόνα της βροχής θα σε πάει παραπέρα, πες μας και μια καλημέρα! Μα τα μπλε μου σκουλαρίκια μπλε είναι τουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Πάρε τονε στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου | της Άννας Τακάκη Ο Αριστοφάνης, ένα αγαθό, τίμιο, κι εργατικό άθρωπάκι, μα ολίγον βραδύγλωσσο, είχε ένα μικρό κουσούρι. Εμπέρδευγε τσ’ ευκές. Σε γιορτή, σε γάμο ή σε κηδεία, αυτός ήλεγε τ’ ανάποδα. Στη κηδεία ήλεγε και στα δικά σας και στο γάμο ο θεός σχωρέσει τ’ αποθαμένα σας.ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Κρύο πολύ, κι ασταμάτητη βροχή | του Μιχάλη Στρατάκη Γενάρης μήνας. Κρύο πολύ, κι ασταμάτητη βροχή, το πρώτο που θυμούμαι. Λασπόνερα στο χαλικόδρομο απού γιαλίζανε στσ’ αχτίνες του φεγγαριού σαν κομματάκια από ’να μεγάλο καρφίχτη που ʼχε πέσει από τον ουρανό κι είχε γενεί θρύψαλα στα χαλίκια. Είχε βραδιάσει από ώρα, το δεύτερο που θυμούμαι. Κι ήτανε το σκοτίδι πηχτό,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Θυμούμαι… | του Αντώνη Κουκλινού Όντε (ν)επήρα τη πρώτη άδεια ντυμένος στο χακί και πήγα στο χωργιό… Άνοιξα τη (ν)αυλόπορτα και πορίζει η μάνα μου στη (ν)αυλή. Άνοιξε τη (ν)αγκαλιά τζη και όσο με φίλιε μ’ έσφιγγε πχιο δυνατά. Δικαιολογημένα γιατί ήμουνε στα καράβγια κι αφού έκανα ποντοπόρα ταξίδια δεν ήρθα στη (ν)ώρα μου να παρουσιαστώ και είχε να μεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μωρέ ζωή τι να σου πω…, εγώ ζω από περιέργεια για να δω το τέλος μου… | της Μαρίας Σταυρίδου Έμεινα ακίνητη, χωρίς να μπορώ να αρθρώσω ούτε μια λέξη… πως μπόρεσες να πεις κάτι τέτοιο, άραγε τι εννοούσες;… Μάλλον δεν είχα καταλάβει καλά. Δεν ξέρω πως έκλεισα το τηλέφωνο, δεν ξέρω πως βρέθηκα σε μια γωνιά δίπλα από τοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Καβαφικόν | του Γιώργου Ηρακλέους Στις πεδιάδες της Τροίας γύριζε οργισμένος με μανία και θλίψη αγιάτρευτη να διεγείρονται μες το μυαλό του, ο Αχιλλέας, αφού ο Πάτροκλος δε ζούσε πια, έγινε στάχτη. Η όρασή του γεμάτη από ηδονικές ενθυμήσεις, σχεδόν ζωντανές! Και εκεί σε μια πέτρινη ολόδροση βρυσούλα συνάντησε τον έφηβο Λυκάονα, το πιο μικρό παιδί του Πριάμου, τον κοίταζεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…