Είναι κάποιοι φίλοι μου… | του Νίκου Λουκαδάκη Είναι κάποιοι φίλοι μου που σκαλώνουν συχνά στην κακοτράχαλη κι ανεμόδαρτη κορφή του νου μου. Δυο-τρεις πεισματάρηδες κουζουλοί που κατέχουνε τη στράτα κι ατζοπηδούνε από χαράκι σε χαράκι κι από ανάμνηση σε ανάμνηση, σάμε να φτάξουν έκεια που άλλοι δεν έχουνε πατήσει ποτέ. Μήδε τριζάτη καλίκωση φορούνε, μήδε χιλιογάγλωτες βέργες βαστούνε. ΚιανείςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Είπες, να ξεκουράσω την ψυχή απ’ την άρνηση | της Ζωής Δικταίου Είπες, να ξεκουράσω την ψυχή απ’ την άρνηση έχει μείνει πολύς δρόμος ακόμη, στάλα – στάλα η βροχή, λέξεις προσευχής ρωτάς ο έρωτας, πάντα παρών μονίμως απών, αλμυρό νερό που μεγεθύνει τη δίψα. Φτερό λευκό η σκέψη σου σε καταγάλανο ουρανό κι όμως, είσαι εσύ που εξαργύρωσες τοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Εσύ κι εγώ | της Άννας Τακάκη Αχ, αγάπη μου!… Δε μας έμεινε πια ψυχή για έρωτα. Η ψυχή μας, μια όρθια πέτρα στην Ακρόπολη, πέτρωσε τα άλικα όνειρά μας. Στον Ιερό Βωμό της επιβίωσης θυσιάστηκαν οι χλίδες ελπίδες μας. Στους δαιδαλώδεις δρόμους των στοχεύσεων πήραν φωτιά τα φτερά μας. Στο πρώτο μας σαλπάρισμα η «Αργώ»μας βυθίστηκε. Σε μια ΜαραθώνιαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η κερά Θεονύμφη… | του Αντώνη Κουκλινού Στη μεσοχωργιά τση Γληγοργιάς, ήτονε το σπίτι τζη. Δυό καμεράκια ίσα, ίσα απού τσοι χώργιενε. Κολλητά με του Κονταξή το τζαγκάρικο. Η κερά Θεονύμφη με τσοι πέντε θυγατέρες και τσοι τρεις γιους. Η μάνα τση μάνας μου τση Βασιλικής, η μνια απού τσοι δυο γιαγιάδες μου, [η (ν)άλλη, τη Μανιούδαινα, δε (ν)τη (ν)ήφταξα]ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Οι Σιλεσιάνοι υφαντουργοί |του Χάινριχ Χάινε Ούτε ένα δάκρυ στο μελαγχολικό μάτι, Κάθονται στον αργαλειό και δείχνουν τα δόντια τους: Γερμανία, υφαίνουμε το σάβανο σου, Πλέκουμε σε αυτό την τριπλή κατάρα… Υφαίνουμε, υφαίνουμε! Μια κατάρα στο Θεό στον οποίο προσευχηθήκαμε… Στο κρύο και την πείνα του χειμώνα, Ελπίζαμε και περιμέναμε μάταια, Μας ξεγέλασε και μας κορόιδεψε και μας έκανε πλάκαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Κρυμμένη μια πατρίδα στην καρδιά | της Μαρίας Σταυρίδου Δεν είχα κουράγιο ν’ ανοίξω την πόρτα και να βγω από το αυτοκίνητο. Η μηχανή σβηστή και η σκέψη μόνιμα καρφωμένη στις τέσσερις ασήκωτες σακούλες με τα ψώνια. Δεν ξέρω ίσως να μην ήταν και τόσο βαριές, τα ψώνια ήταν μετρημένα όπως πάντα, εγώ όμως αισθανόμουν πως δεν είχα το κουράγιοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η ζωή μας στο σφυρί | του Γιώργου Ηρακλέους Μπαίνει η ζωή μας το σούρουπο πάνω στον πάγκο της δημοπρασίας! Πόσο; Ή με τι; Κανένας δεν την αγοράζει. Κι όταν κλείνουν τα καταστήματα στην αγορά μας διώχνουνε. Μνησίκακα χρώματα το μαύρο και το λευκό, γυναίκες ντυμένες στα μαύρα και τα άσπρα χορεύουνε ανάλαφρα με άηχα βήματα. Μια ψιλή βροχή δέρνειΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Στο αιώνιο και στο αληθινό | της Ζωής Δικταίου Στο φως, προσεύχεσαι. Αισθάνεσαι δίχως να φοβάσαι πια τους ίσκιους, ελεύθερος, δοξάζεις τις αισθήσεις στο στερέωμα χαράζοντας κύκλους μυστικούς στην αιωνιότητα. Λάφυρα στα χέρια, σγουρά τριαντάφυλλα από την προίκα της γης τελευταία δώρα πριν γνωρίσεις την αφανή αρμονία. Όλο παράπονο το κλάμα που ακούγεται χαμηλόφωνες μύχιες σκέψεις για τα άλλα ζητήματαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η συγχορδία των φωνηέντων | της Άννας Τακάκη Όλα βουβάθηκαν ξαφνικά… Τα πουλιά, η θάλασσα, οι άνθρωποι… Όλα βουβάθηκαν. Κι έμεινε μια μούχρια σιωπή να ταλαντεύεται ανάμεσα στη μέρα και στη νύχτα χωρίςένα ίχνος κραδασμού. Οι θόρυβοι και οι φωνές κρύφτηκαν μέσα στη μυσταγωγία μιας ανελέητης μοναξιάς που είναι πιο και από το θάνατο βουβή! Εγώ κι εσύ μη αντέχονταςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…