Τρία πράματα θυμούμαι από τα παραμύθια που άκουγα στα μικράτα μου | του Μιχάλη Στρατάκη Το πρώτο είναι η θειά μου η Καλλιόπη Μαράκη που μας τα ’λεγε. Η θειά μου η Καλιόπη ήτανε γυναίκα του μπάρμπα μου του Σταύρου, και σε αυτούς ανήκε η κάμαρη που είχαμε νοικιάσει και παλεύαμε να στριμωχτούμε στους τέσσερις τοίχους της, οι γονέοι μου,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Παιδικές αναμνήσεις | του Μενέλαου Γουβέτα Στις μέρες της απελευθέρωσης της Αθήνας (12.10.1944) ήμουνα δέκα χρόνων. Σαράντα πέντε μέρες νωρίτερα, είχε αρχίσει να απελευθερώνεται πρώτος απ’ όλους τους νομούς της Ελλάδας ο Έβρος (28.8.1944) και πρώτη πόλη οι Φέρρες. Δε θα ξεχάσω τη σκληρή μάχη που έδωσαν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ στο Σιδηροδρομικό Σταθμό Σουφλίου (28-29 Αυγούστου του ’44). ΤοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Συνείδηση | της Μαρίας Σταυρίδου Η ώρα που μπορώ ν’ αποκαλυφθώ η ώρα που η σιωπή ξεκινά να μιλά στην ψυχή. Μικρές ανεπαίσθητες κραυγές που θάφτηκαν τόσο βαθιά που κανείς δεν μπορεί ν’ ακούσει τώρα πια. Μυστικά μικρά, μεγάλα, ίσως και σοβαρά που ναρκώθηκαν για να «σώσουν» τη θυγατέρα, τον γάμο, την αγάπη, που πρόδωσε τον όρκο μπροστά στον παπά.ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μικρή σονάτα της βροχής | του Γιώργου Ηρακλέους Βάψε το πρόσωπό σου, ράντισέ το με την ομορφιά, πριν μαραθεί. Κλείσε τα βλέφαρα, κανένας δεν νοιάστηκε για σένα, χρόνια τώρα… Τα παλιά αντικείμενα δακρύζουν, πάνω τους κίτρινα εισιτήρια του σινεμά και προγράμματα θεάτρου, σου θυμίζουν τις σταρ τις νέες, τις πανέμορφες και λαμπερές! Σου θυμίζουν εσένα κάποτε… Άγγελοι χρυσοί στα γύψιναΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μια Ελένη, πολλές ιστορίες | της Ζωής Δικταίου Ανατολικός άνεμος, εξόριστος, με τη μάσκα του αθώου χτυπούσε τα γυμνά κλαδιά έξω και την ψυχή της στο περιθώριο. Ίδιος πάντα ο έρημος δρόμος και ο τρόμος, ρεμβάζοντας το γκρίζο αφτέρουγες λέξεις, ανώνυμοι πόθοι, χαμηλά το βλέμμα στο σκουριασμένο κλειδί κιτρινισμένα φύλλα οι γάτες στο παράθυρο, το πουκάμισο στα μανταλάκια, ένα πιόνιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ελεγεία θαμπού τοπίου | της Άννας Τακάκη Τόπε που μ’ έκανες να σ’ αγαπήσω και τώρα με σκίζεις σαν μαχαιριά γυρίζω πίσω να σ’ αντικρίσω μου ’γινες θύμηση από παλιά κι έτσι με θύμησες θα συνεχίσω. Απλώνω τα χέρια, να σ’ αγκαλιάσω και κάνεις πέρα σαν κάποιος ξένος Ανοίγω το βλέμμα να σε χορτάσω κι άλλων ανθρώπων βρίσκω το γένοςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο φορατζής και τα παθήματά του | του Μενέλαου Γουβέτα Πρωί πρωί έπαιρνε το λεωφορείο του ΚΤΕΛ από την πόλη ο φορατζής και γύρναγε τα χωριά της περιοχής του για να εισπράξει τον κοινοτικό φόρο απ’ τους χωρικούς, περίπου σαν την παλιά δεκάτη ήταν κι αυτός ο θεσμοθετημένος φόρος με όλες τις βαριές συνέπειες για τον οικογενειακό κορβανά. Βέβαια, οΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Και πχοιός δε ντο παθαίνει… | του Αντώνη Κουκλινού Αγουροξυπνημένος και μπροσάφορμος εσηκώθηκε τη ταχινή. Αψύς και κακόκεφος, ετσά απού το (ν)είδενε να ξεφυσά, δεν αντάλλαξε μούδε καλημέρα η κερά ντου. Μαθημένη στα χούγια ντου, δε ντου δίδει σημασία γιατί κατέχει πως θα μπλέξει. Κιανείς δε (ν)τον-ε πείραξε, μα τάξε πως θα τη πλερώσει όπχοιος του παντήξει. Πχοιός κατέχει… ΝαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μου σώθηκε το λάδι… | της Μαρίας Σταυρίδου Απόψε θα μείνω συντροφιά με το σκοτάδι θα το αγκαλιάσω με μια ανάλαφρη διάθεση και θ’ αφήσω τις σκέψεις να ξεκουραστούν πάνω στα αγαπημένα έπιπλα της μάνας, πάνω στα ερειπωμένα αναμνηστικά μιας μικρής ράφτρας, που μου μπάλωνε τα ρούχα, από καμιά φορά και την άμοιρη καρδιά. Απόψε θα είναι η βραδιά πουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…