Ούτε η πρώτη στο Παρίσι ούτε η τελευταία στον κόσμο. Μικρές ιστορίες γυναικών. Elodi | της Ζωής Δικταίου Σκέτος, είχε απολαύσει την πρώτη γουλιά, ένας καφές μπορεί να ύψωνε σημαία στη θύμηση, μα χωρίς νοσταλγία πια. Με το άρωμα του καφέ να διαχέεται στην ατμόσφαιρα και το βουητό της λεωφόρου να φτάνει από παντού, ήταν σίγουρη πως η μέρα τηςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο Γιαναμάθης | της Άννας Τακάκη Kείνους τους χρόνους τους καιρούς, –πάνε πολλά τέρμενα1 οπίσω– οι φαντάροι εκάνανε πολλά χρόνια στο στρατό. Σαν είχε φτάσει η ώρα ν’ απολυθούνε, γυρίζανε στα σπίτια τους κι εβρίσκανε τις γυναίκες τους ασούσσουμες2, αδύνατες και βασανισμένες, γιατί ’χανε να μεγαλώνουνε μωροκόπελα, που τους αφήνανε, είχανε και τη γης αμοναχές να τη δουλεύουνε για μιαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ομογενείς | του Αντώνη Μάρταλη Ο άνθρωπος δεν ήταν τόσο κακός, όσο χαλασμένος και βλάκας. Βλάκας όχι στη δουλειά του, μα έξω απ’ αυτή. Μέσ’ στο μπακάλικο ή μάλλον στο παντοπωλείον του, των αδυνάτων αδύνατο να τον γελάσει κανείς ή έμπορος ήταν ή πλασιέ ή κλεπτομανής ή πεινασμένος. Μα έξω απ’ το μαγαζί του έφτανε να του κάνεις ένα μικρόΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Και που λες φίλε μου… | του Αντώνη Κουκλινού Έσκυψα μέσα μου να σμίξω, με παλιές αναμνήσεις. Σε παλιούς, όμορφους, ανέμελους, καιρούς. Κοπελάκι του δημοτικού… Στο χωργιό μου τη Γληγοργιά… Πάνω και κάτω Τεμενέλι, λέμε μνια περιοχή με πολλά μικιά περβολάκια. Με τρεχάμενο κρυγιό νερό και μνια στέρνα παραδίπλα. Από κεία ήχενε καταπότη και ποτίζανε ούλοι τα ζαρζαβατικά ντως. ΣεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο Σινάν | του Βασίλη Λιόγκαρη Δεν μπορώ τους παραδείσους σας. Θα δραπετεύσω. Κι ακόμα χειρότερα την κόλασή σας δεν μπορώ. Θα δραπετεύσω. Έτσι το ’πε και το ’κανε ο Σινάν, πνιγμένος από αναθυμιάσεις μιζέριας και καταπίεσης. Η μάνα σήκωσε τ’ ακουστικό και γιόμισε το σπίτι γέλιο. Σκούπισε τα χέρια στην ποδιά κι έπιασε να καθαρίσει το σπανάκι. Η ΓεωργίαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Φθαρμένος καθρέπτης | της Μαρίας Σταυρίδου Ένας παλιός φθαρμένος καθρέπτης. Ένα είδωλο από τα παλιά. Μια κόρη που μάζεψε τα γκρίζα μαλλιά που έβγαλε το φόρεμα με τα λουλούδια, τα χρώματα τα ζωηρά. Μια φθαρμένη φιγούρα που φοβάται τη σκιά που έδιωξε το χαμόγελο και φόρεσε γυαλιά, που έσβησε τη λάμπα, και προσκάλεσε για δείπνο την κακιά μητριά. Ένας παλιόςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Σώμα του καλοκαιριού | του Γιώργου Ηρακλέους Στόμα διψασμένο, σώμα καυτό, στεγνό, στο κατώφλι αραδιασμένες πήλινες στάμνες με δίχως στάλα νερό, κάτι σαν θάνατος σε πυρπολεί μες στη μεγάλη ζέστη! Η άχνα ανεβαίνει πιο ψηλά πρώτα σε πνίγει σαν καπνός, ο ήλιος πάνω από τον ώμο, αδάκρυτη η ορφάνια, ο άνθρωπος λιγοστεύει, μαγνητίζεται το άπειρο… Ο βοριάς χάθηκε μέσα στοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Σπουργίτι | του Κώστα Μιχαήλ Μαρή Είμαι ένα μικρό τραγούδι, ταπεινό, σαν σπουργίτι μες στο χιόνι σεργιανώ, πόρτα δεν χτυπώ που τρίζει, παραθύρι που σφαλίζει, έχω σπίτι μου τον ουρανό… Δεν διαλέγω δέντρο ή στέγη για φωλιά, κόντρα στέκομαι στου χρόνου τη θηλιά, τη βροχή, το χιόνι αντέχω, τα μικρά φτερά που έχω, φτερουγούν, σ’ αέρα κι αντηλιά… Έχω μεςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ούτε η πρώτη στο Παρίσι ούτε η τελευταία στον κόσμο. Μικρές ιστορίες γυναικών. Zazie | της Ζωής Δικταίου Ορφανή, στη βρεφική ηλικία από μάννα, ακατάλληλη την είχαν κρίνει οι αρχές, εκείνη την ανήλικη που την είχε φέρει μια νύχτα στον κόσμο, στο σταθμό των τραίνων, σ’ ένα εγκαταλελειμμένο βαγόνι. Μεγάλωσε στο ίδρυμα, ορφανή από κάθε φιλοδοξία, εκείνο το «αγνώστου πατρός»ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…