Η φυρομυαλισμένη | της Άννας Τακάκη -Ζηνοβία, ωρή Ζηνοβιό! πετάξου στην αποθήκη να μου φέρεις δυο πατάτες να τσοι βάλω στο ψητό. Σήμερο θα ρθει ο σάντολός σου από το Λιμάνι να του κάνομε το τραπέζι. Ίσα ογλήγορα μέχρι να μαλάξω ζύμη να κάμομε και δυο κατουμέργια. Σάλευγε, γιατί θέλω να πιάσεις ύστερα την παρασύρα να σκουπίσεις την αυλή κιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Γέμισε η θάλασσα φαντάσματα | της Μαρίας Σταυρίδου Γέμισε η θάλασσα φαντάσματα. Σκιές που προσπάθησαν να ξεφύγουν. Ικέτες, που απαρνήθηκαν τη ζωή και ζήτησαν καταφύγιο σ’ έναν υγρό τάφο που ξαφνικά άνθισε… Εσύ ο απολυμένος κηπουρός που γέμισε τις τσέπες σπόρους, ρίζες σπάνιες και διαλεχτές. Έρημος… στην πιο περιζήτητη διαδρομή. Σιωπηλός… σαν ικεσία, σαν άδικη σπονδή. Ένας περιπατητής χωρίς σκοπόΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Οι παππουδο-γιαγιάδες… | του Αντώνη Κουκλινού Τροζαμένη την έχουνε τη κακονίζικη. Η νύφη εβγήκενε καλόγεννη και κάθα χρόνο σχεδόν, τσοι ξεπορδαλιάζει και ένα κουτσούβελο. Τέσσερα ζωή να χουνε, μα πολλά ζωηρά και ώρες ώρες γίνεται η μέση τζη, ένα καβδούκι να τα παλεύγει. Αγλακούνε στην αυλή και δεν αφήνουνε πράμα να μη ντο βάλουνε στη μέση. Το ασερνικό ζωή ναΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ζαχαρούλα τ’ όνομά σου και γλυκό το φίλημά σου | της Χαρούλας Βερίγου – Μπάντιου (μέρος Α) Είχε φτάκει στο ποτάμι ζαλωμένη τη βαρέλα στον πλάτη, το σαπούνι στο σακούλι, τις παλιές φωνές αξόδευτες στη μέσα τσέπη της ψυχής. Ο χτύπος της καρδιάς αράθυμος πια, είχε διαβούν τα χρόνια, κουράζονταν. Άφηκε τα σκουτιά στην πετρωμένη οχτιά κάτω απ’ το φράξο,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η διαθήκη | του Γιώργου Ηρακλέους Κούμπωνε-ξεκούμπωνε τις άχαρες μέρες σου, ράψε πάλι τις τρύπιες τσέπες σου, γύρισε το ρούχο που φοράς έξω-μέσα.. Ανθίζει η γη, η λιπόθυμη μυρωδιά του γιασεμιού και ένα αχ σε μεθάνε στα μπαλκόνια. Έζησες ή δεν έζησες; Αγάπησες ή δεν αγάπησες; Ποιος το ξέρει; Χιλιάδες θεατρικές παραστάσεις των ανθρώπων κρύβουνε το νόημα της ζωής, συμβουλεύσουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

1050 Χιλιόκυκλοι | της Κωστούλας Μητροπούλου «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!» Αυτή η φωνή που τρέμει στον αέρα, δεν σούστειλε ένα μήνυμα μητέρα, αυτή η φωνή δεν ήτανε του γιου σου, ήταν φωνές χιλιάδες του λαού σου. «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!» Μιλάει ένα κορίτσι κι ένα αγόρι, εκπέμπουνε τραγούδι μοιρολόι, χίλιες πενήντα αντένες η λαχτάρα, σε στόματα μανάδων η κατάρα. ΚαιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Παρασάγγας | του Κώστα Μιχαήλ Μαρή Μοίρα, όσα μου ’ταξες εσύ, στα φανερά, τα ’ταξα, αλλού, κρυφά, μην τύχει και μ’ εκθέσεις, απέχει η λύπη, λίγο δρόμο απ’ τη χαρά, μα παρασάγγας, απ’ τις πράξεις, οι υποσχέσεις… Με πανοπλία της υπομονής, βαριά, το’ νου θωράκισα, στης σκέψης την αρένα παλεύω μέρα-νύχτα, μ’ άγρια θεριά κι έχουν γεμίσει οι ευχές καιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ούτε η πρώτη στο Παρίσι ούτε η τελευταία στον κόσμο. Μικρές ιστορίες γυναικών. Darcy | της Ζωής Δικταίου Από το φεγγίτη, αψηφώντας τις πιθανότητες γλιστράει μποέμικα, τρέμει στο κρύο τζάμι το φως του φεγγαριού, τη συμμαχία νοσταλγίας και σιωπής τέμνουν οι λάμψεις που πάλλονται στο σαλόνι, η Darcy, μετά την περιήγησή της στο μουσείο, μαθητεύει στη νύχτα, στην τέχνη, στηνΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο παραζούβαλος | της Άννας Τακάκη Δεν ήτανε μορφονιός μήδε και πολλά σορτερός*. Αν ήστεκε επήγαινε μεσόπαντας, κι αν ήτανε καθιστός εμούλωνε* κι εξάνοιγε τα κανιά* του. Αν ήνοιγε το στόμα του επέτα μαλαστούφες* και καθαρογλωσσίδια*. Για κουζουλό πάλι δεν τον ήκανες, μα μήδε και για γνωστικό. Με λίγα λόγια ήτανε παραζούβαλος*. Μανιό τονε λέγανε. Το Μανιό τση Τουρκονταούλας*. ΠαρατσούκλιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…